ΛΑΙΚΕΣ ΤΕΧΝΕΣ

ΑΓΓΕΙΟΠΛΑΣΤΙΚΗ

Από τα πανάρχαια χρόνια, 3000 π.Χ. πριν ακόμη κτιστεί η πόλη με το όνομα Λάπηθος, οι άνθρωποι στον τόπο τούτο ασχολούνταν με την αγγειοπλαστική.  Βρέθηκε αρχαίος τροχός αγγειοπλαστικής σε ανασκαφές και η μαρτυρία αδιάψευστο δείγμα της τέχνης του πηλού που κράτησε από τότε ως σήμερα.

Η αγγειοπλαστική στη Λάπηθο αναπτύχθηκε από παλιά (η παράδοση θέλει τον Κινύρα ή τον Κινάρα – γιο του Αγρίππα, να είναι οι δάσκαλοι της τέχνης αυτής).  Το άφθονο νερό που τρέχει διαρκώς, ο άργιλος που υπάρχει στην περιοχή και η καλλιτεχνική δημιουργικότητα των κατοίκων είναι οι κυριότεροι λόγοι που τα λαπηθιώτικα αγγεία έγιναν γνωστά όχι μόνο στον κυπριακό χώρο, αλλά και τον ελλαδικό.

Τα περίφημα «αλειφτά» της Λαπήθου είναι απαράμιλλης τέχνης και ομορφιάς, οι πράσινοι κουρελλοί για τα χαλούμια, τις ελιές, το λάδι, αλλά και οι μπότηδες, οι κούπες, τα πιάτα, βάζα, γλάστρες, στολισμένα με καλλιτεχνικά σχέδια, στόλιζαν κάθε σπίτι, κυρίως παλιά αρχοντικά.

Η πρώτη ύλη είναι ο άργιλος που τον κουβαλούσαν από τους γύρω λόφους και αφού τον κοσκίνιζαν 3-4 φορές (ανάλογα με το τι θα έφτιαχναν) τον έβαζαν σε δεξαμένες, τους λαηνάδες και εκεί άργιλος και νερό γίνονταν χυλός,  λαηνάς,  που ζυμωνόταν πολλές φορές από εργάτες ώσπου να γίνει σαν ζυμάρι και να πλάθεται.

Τυλιγμένος τότε σε βρεγμένες σακούλες, έφτανε στο αγγειοπλαστείο και αφού στράγγιζε καλά, ο αγγειοπλάστης με τον τροχό του έδινε σχήμα.  Ένα θαύμα γινόταν στα χέρια του και ο άψυχος πηλός έπαιρνε σχήμα γλάστρας, πιάτου, στάμνας, βάζου, λες και του έδινε ψυχή για ν΄ αποθανατίσει σ΄ αυτό τη δημιουργικότητα και τη τέχνη του.

Αφού στέγνωνε το αγγείο στον ήλιο, το άλειφαν με πατανά (άσπρου χρώματος) ώστε να μπορεί ο ζωγράφος ν΄ αποτυπώσει σχέδια και χρώματα.

Ψηνόταν στο φούρνο (ειδικό με δυο επίπεδα) και αφού κρύωνε ο φούρνος τον άνοιγαν.  Τα γερά αγγεία τα διακοσμούσαν με πουλιά, ζώα, λουλούδια, φυτά και παραστάσεις από τη ζωή.

Για τα αλειφτά γινόταν ιδιαίτερη διαδικασία, χρησιμοποιούσαν ξεχωριστά χρώματα κυρίως πράσινο, καφέ, κίτρινο και ήταν περιζήτητα.

Γνωστοί αγγειοπλάστες της Λαπήθου τα νεότερα χρόνια ήταν:  ο Δ. Τσιμούρης, Κ. Χριστοδουλάκης, ο Αριστοφάνης Χατζηχαραλάμπους, ο Κ. Καλαμαράς, ο Κομήτης κλπ.

Καλλιτεχνιμένα αλειφτά πιάτα. Όνειρο ομορφιάς και δημιουργικότητας

ΥΦΑΝΤΙΚΗ

Σίγουρα η θεά Αθηνά θ΄ αγάπησε πολύ τη Λάπηθο γι΄ αυτό και δίδαξε την υφαντική στις γυναίκες της Λαπήθου από τα πανάρχαια χρόνια.

Ο αργαλειός ήταν απαραίτητος σε κάθε σπίτι και δεν ήταν δυνατό να υπήρχε κόρη, παλαιότερα, που να μην ήξερε να υφαίνει.

Η καλλιέργεια του βαμβακιού στους απέραντους κάμπους της Λαπήθου,  αλλά και η εκτροφή του μεταξοσκώληκα βοηθούσαν τις υφάντριες να υφαίνουν βαμβακερά και μεταξωτά σε μεγάλες ποσότητες,  που όχι μόνο χρησιμοποιούσαν στις ανάγκες τους,  αλλά πουλούσαν κιόλας.

Το 1955, όταν η Αθηνά Ταρσούλη, επισκέφθηκε τη Λάπηθο, κατέγραψε 500 αργαλειούς που ύφαιναν ασταμάτητα.Η διαδικασία της ύφανσης ήταν μεγάλη, ανάλογα με την ύλη, δηλ. αν ήταν μαλλί, βαμβάκι, ή μετάξι.

Η ύλη έπρεπε να γίνει «νήμα» αφού περνούσε διάφορες διαδικασίες στο δουλάπι ή το αδράχτι  (ρόκα) και ανάλογα με το είδος της ύφανσης γινόταν το υφάδι (το προσχέδιο) περνώντας τον κατάλληλο αριθμό κλωστής από το χτένι.

Στον αργαλειό (βούφα) θα γινόταν η ύφανση με τα χτένια, τα μακούτζια τα πατήδια και τα άλλα απαραίτητα εργαλεία του αργαλειού.

Υφαίνονταν βαμβακερά άσπρα υφάσματα για σεντόνια, μαντηλιές, εσώρουχα, σαν βάση για κέντημα, ή βαμμένο μαύρο για αντρικές βράκες.  Αλατζιές υφαίνονταν (μαζί με χρωματιστές κλωστές) για γυναικείες φούστες, ανδρικά γιλέκα, ζιμπούνια και άλλα είδη για το σπίτι (πετσέτες κουζίνας, τραπεζομάντιλα κλπ).  Τα ταϊστά υφαίνονταν για σεντόνια πολύ καλής ποιότητας.Τα κουκουλάρικα χρησιμοποιούνταν για ενδυμασίες αλλά και για σεντόνια.

Οι ιταρέδες ήταν μεταξοβάμβακα υφάσματα και χρησίμευαν για αντρικά υποκάμισα, γυναικείες μπλούζες, εσώρουχα, σεντόνια κλπ.  Πολλές φορές με ενδυνάμωση του μεταξιού στην ύφανση χρησιμοποιούντο για  κλινοσκεπάσματα.  Τα ολόμαλλα δίμιτα χρησιμοποιούνταν για βράκες και ζώστρες ή χειμερινά σεντόνια, αφού πρόσθεταν στο μάλλινο νήμα και βαμβακερό.

Η γάζα ήταν λεπτό μεταξωτό υφαντό, ένα από τα ωραιότερα υφάσματα που έχει να επιδείξει η κυπριακή υφαντική τέχνη.  ΄Ηταν κατασκευασμένη η γάζα από λεπτό μετάξι και προοριζόταν για σεντόνια, κουρτίνες, γυναικείες μπλούζες, ανδρικά πουκάμισα και σαν βάση για μεταξωτό κέντημα.  Ήταν το ωραιότερο  μεταξωτό ύφασμα και το πιο ακριβό.  Υφαίνονταν όμως οι γάζες σε μεγάλες ποσότητες στη Λάπηθο και εξάγονταν και στο εξωτερικό.  Τα μεταξωτά της Λαπήθου ήταν γνωστά σε όλη την Κύπρο και πολλοί έμποροι έκαναν χρυσές δουλειές εξάγοντάς τα στο εξωτερικό.

Οι υφάντριες της Λαπήθου, ύφαιναν στον αργαλειό μεταξωτά, δίμιτα, ιταρέδες κ.α. ως το 1974 που η τούρκική εισβολή έκανε και τους αργαλειούς να σιγήσουν όπως και τόσα άλλα.  Κάποιες υφάντριες όμως βρήκαν το κουράγιο και συνέχισαν την υφαντική τέχνη και στην προσφυγιά

ΚΕΝΤΗΜΑΤΑ

Οι Λαπηθιώτισσες, από πολύ μικρές, 7 – 8  χρονών, έπρεπε να μάθουν να κεντούν.  Η μια κοπέλα μάθαινε την άλλη, η αδερφή την αδερφή, η συγγένισσα, η γειτόνισσα, η μάνα την κόρη.  Από νωρίς έπρεπε ν΄ αρχίσουν να κεντούν την προίκα τους (σεντόνια, μαξιλαροθήκες, τραπεζομάντιλα, σκεπάσματα, πετσέτες) και όλα τα είδη του σπιτιού που χρησιμοποιούνταν,  έπρεπε να έχουν σχέση με κάτι κεντημένο.

Ο «κροσιές», ο βελονόκομπος, το ξιφτιτό, η σταυροβελονιά, το ανεβατό, το κοπτό ήταν είδη κεντήματος που έπρεπε η κάθε Λαπηθιώτισσα να μάθει.  Με το σμιλί (για τους κροσίεδες) ή το βελόνι για τον βελονόκομπο και τα άλλα κεντήματα, μαζεύονταν τα πρωινά μετά τις δουλειές του σπιτιού αλλά και τα απογεύματα, πότε στο σπίτι της μιας, πότε της άλλης φίλης ή γειτόνισσας και κουβεντιάζοντας, τραγουδώντας, βάζοντας καπάλι (διαγωνισμό γρήγορης και επιτυχημένης εργασίας κεντήματος), κεντούσαν τα προικιά τους ή συνέβαλλαν στο εισόδημα της οικογένειας πουλώντας αυτά που έφτιαχναν.  Δεν ήταν τυχαίο που στη Λάπηθο υπήρχαν οι κεντητάρηδες,  μικροέμποροι που πραγματεύονταν το εμπόριο του κεντήματος προμηθεύοντας τις κεντήτριες με ύφασμα και κλωστή και πληρώνοντάς τες με το κομμάτι.

Βελονόκομπος:  είναι ένα ξεχωριστό σε ομορφιά και δυσκολία κέντημα, που για πολλά χρόνια μόνο στη Λάπηθο γινόταν αυτό το κέντημα (και σήμερα ακόμα μόνο οι Λαπηθιώτισσες το ξέρουν και λίγες γυναίκες  στο χωριό ΄Ομοδος).  Το κέντημα αυτό γίνεται μόνο με βελόνι και κλωστή (χωρίς ύφασμα) και με δεξιοτεχνία και κόμπους της κλωστής με εργαλείο το βελόνι, φτιάχνεται μια υπέροχη δαντέλα πιπίλλα με πολύπλοκα σχέδια που καταλήγει σε πετσετάκι, σιεμέ ή και τραπεζομάντιλο.  Ενδεικτικό της υπέροχης και μοναδικής αυτής πιπίλλας είναι και το ότι το 1998 η Λαπηθιώτισσα δεξιοτέχνης κ. Μερόπη Γ. Σιακκίδου, βραβεύτηκε στην 8η Διεθνή Μπιενάλε χειροποίητης δαντέλλας  που έγινε στο Σανδεπόληρο της Ιταλίας.

Δεν είναι η πρώτη φορά που βραβεύτηκε η πιπίλλα, δηλ. ο βελονόκομπος της Λαπήθου στο εξωτερικό.  Στις αρχές του 20ου αιώνα λαπηθιώτικο τραπεζομάντιλο που παρίστανε τον Πάρη να δίνει το χρυσό μήλο στην Αφροδίτη, πήρε στη Βενετία της Ιταλίας χρυσό βραβείο για την υπέροχη και λεπτή αυτή τέχνη.

Ξιφτιτά:  ΄Αλλου είδους κέντημα που γινόταν στη Λάπηθο από τα πανάρχαια χρόνια, είναι το ξιφτιτό (αυτό που αργότερα επικράτησε σαν Λευκαρίτικο).  Οι Λαπηθιώτισσες το κεντούσαν στα μεταξωτά σεντόνια, μαξιλαροθήκες, σκεπάσματα με λεπτή κλωστή μεταξιού που έφτιαχναν σε ειδική βουφούδα (μικρό αργαλειό) ειδικά φτιαγμένο γι΄ αυτό το σκοπό.  Το έλεγαν ξιφτιτό γιατί ξιφτούσαν το ύφασμα, έκοβαν δηλ. κλωστές και τις κεντούσαν γύρω- γύρω.  Αργότερα κεντούσαν και σε λινά υφάσματα και όχι μόνο μεταξωτά.

Με το σμιλί (βελονάκι), οι Λαπηθιώτισσες έφτιαχναν τους κροσιέδες, όπως τους έλεγαν.  Σκεπάσματα, σιεμέ, πετσετάκια, κουρτίνες, γαρνιτούρες  σε κουρτινάκια, εσώρουχα, σεντόνια, μαξιλαροθήκες.

Κάθε σπίτι ήταν γεμάτο από κεντητά είδη φτιαγμένα από την νοικοκυρά ή τις κόρες του σπιτιού.  Κάθε είδος βελονιάς, ήταν μια πρόκληση για τη νέα κοπέλα που έπρεπε να τη μάθει και σαν χρυσοχέρα που ήταν να γεμίσει το ερμάρι, τις κασέλες, το σπίτι.

Το κέντημα στη Λάπηθο δεν ήταν μόνο παράδοση, ήταν απαραίτητο συμπλήρωμα τρόπου ζωής.  Όπως μάθαιναν να νίβονται, έτσι μάθαιναν και να κεντούν από μικρές  όλες οι κοπελιές της Λαπήθου.

Το απέδειξαν και μετά την εισβολή του 1974 που γρήγορα, μετά τη συμφορά, άρχισαν το κέντημα για να ξαναφτιάξουν νέο σπιτικό στην προσφυγιά.

 

ΜΑΧΑΙΡΙΑ ΤΗΣ ΛΑΠΗΘΟΥ

Τα λαπηθιώτικα μαχαίρια κυρίως όμως τα λαπηθιώτικα «τσιακκιά» (μικρά μυτερά – πολύ κοφτερά μαχαίρια) είναι πασίγνωστα σε όλη την Κύπρο από πολύ-πολύ παλιά.

Κρεοπώλης,  ή χασάπης σε σφαγείο, ήταν αδύνατο να δουλέψει χωρίς λαπηθιώτικο μαχαίρι γιατί ήταν τόσο κοφτερό και ανθεκτικό που δεν μπορούσε να κάμει διαφορετικά τη δουλειά του.  Αλλά και πολλοί απλοί πολίτες, γεωργοί, περιβολάρηδες, κυνηγοί, γραφιάδες, εργάτες, είχαν για απαραίτητο καθημερινό εργαλείο στη τσέπη τους το λαπηθιώτικο τσιακκούδι,  που η λεπίδα του διπλωνόταν μέσα στη λαβή και έτσι μεταφερόταν παντού για πολλές χρήσεις.  Ακόμα και γυναίκες είχαν στην τσάντα τους κοφτερό τσιακκί για κάθε χρήση.

Τα λαπηθιώτικα μαχαίρια κατασκευάζονταν από ατσάλινες λάμες και ανάλογα με το τι μαχαίρι θα γινόταν (για κρεοπώλη, χασάπη, οικιακή χρήση κλπ) οι λάμες ήταν μακριές, πλατιές, κυρτές, μυτερές κλπ.  Για λαβή χρησιμοποιείτο σκληρό ξύλο, κόκαλο από κέρατο κριαριού, βοδιού ή τράγου.

Τα τσιακκιά, δηλ. οι σουγιάδες, έκλειαν μέσα στο μανίκι και συνήθως στην πίσω άκρη της λαβής είχαν μια τρύπα για να κρεμμάζεται ο σουγιάς στη βούρκα, στη ζώνη του παντελονιού ή αλλού.
Πολλοί χάραζαν και σχέδια στο κόκαλο ή το όνομά τους.

Η φήμη των λαπηθιώτικων μαχαιριών είχε περάσει την κυπριακή αγορά και έφταναν παραγγελίες και από γειτονικές χώρες.

Ήταν μια τοπική μικροβιοτεχνία που σαν τέχνη είχε τον κληρονομικό της κύκλο από γενιά σε γενιά και ως το 1974 ανθούσε γερά στη Λάπηθο.

Τα ξακουστά Λαπηθιώτικα μαχαίρια

ΣΙΔΗΡΟΥΡΓΕΙΑ - ΚΩΜΟΔΡΟΜΙΑ

Ζυγαριές, πιλάντζες, καντάρια, κυνηγετικά όπλα, είχαν για ιδιαίτερη πατρίδα κατασκευής τη Λάπηθο, γι΄ αυτό και σε κάθε γειτονιά ήταν στημένο και κάποιο κωμοδρομιό (σιδηρουργείο).  Απαραίτητα εξαρτήματα ενός σιδηρουργείου ήταν το σφυρί και το αμόνι, το φυσερό, το καμίνι, η λαβίδα.

Ο κάθε κωμοδρόμος, σαν θεός ΄Ηφαιστος, καταμουνζωμένος από την καπνιά, ιδρωμένος και αναψοκοκκινισμένος, έφτιαχνε διαφόρων ειδών εργαλεία:

  1. Οικοδομικά:  μυστριά, κουσπιά, σφήνες, κούσπους, μαρτέλια, σκάλες, κλειδαριές, παράθυρα, πόρτες, καγκελόπορτες, σιδερένια μπαλκόνια, σταυρούς εκκλησιών κλπ.
  2. Γεωργικά:  άροτρα, δρεπάνια, ινία, ψαλίδια για κλάδεμα, τσάπες, φτυάρια, πέταλα αλόγων, καρφιά, αξίνες κλπ.
  3. Οικιακής χρήσης:   καζάνια, ροδάνια, κόσκινα, μαγκάλια, λυχνάρια, ψησταριές, σμίλες για διάφορα είδη χρήσης, γουδιά κλπ.
  4. Για το εμπόριο:  ψαλίδια (για υφασματοπώλες, κουρείς, ράπτες), ζυγαριές, αντάρια, πιλάντζες, ζύγια, μάχαιρες  για σφαγεία και κρεοπωλεία, σιδερένια τραπέζια και πάγκους, καντάρια,  άγκυρες,  τροχαλλίες, λοστούς κλπ.
  5. Όπλα:   κυνηγετικά, στρατιωτικά, καραμπίνες ή πιστόλες.

H κατασκευή όπλων στη Λάπηθο ήταν γνωστή από πολύ παλιά και δεν ήταν τυχαίο που ο Κωνσταντίνος Κανάρης άραξε στην Ασπρόβρυση της Λαπήθου το 1821.  Η εικονική ταφή ναυτικών από το καράβι του,  σκοπό είχε το νεκροκρέβατο να είναι γεμάτο με όπλα και λαπηθιώτικες μάχαιρες,  χρήσιμα πολύ για τον αγώνα του 1821. 

ΞΥΛΟΓΛΥΠΤΙΚΗ

Τ΄αρχοντικά της Λαπήθου αλλά και κάθε σπίτι φτωχικό ή πλούσιο είχε να παρουσιάσει πραγματικά έργα τέχνης σκαλισμένης στο ξύλο.  Ερμάρια, κασέλες (σεντούκια), εξώπορτες, ή μεσόπορτες, καρέκλες, τραπεζαρίες, σκάλες για το «ανώι» εξώστες, ξύλινα ράφια αλλά και άλλα έπιπλα του σπιτιού.

Τα διακοσμητικά σχήματα που έφτιαχναν ήταν συνήθως λουλούδια, περιστέρια, δέντρα, ζώα, πουλιά, σταφύλια και για τα εκκλησιαστικά είδη (άμβωνες, δεσποτικούς θρόνους, εικονοστάσια, ΄Αγιες Τράπεζες) έφτιαχναν δικέφαλους αετούς, κληματαριές, παραστάσεις αγγέλων ή άλλα χριστιανικά σύμβολα.

Για ξύλο χρησιμοποιούσαν το κυπαρίσσι, τον πεύκο, τη συκαμνιά, την καρυδιά (κυρίως για τα έπιπλα), ή εισαγόμενο ξύλο από τις ακτές της Μ. Ασίας.

Τα είδη της ξυλουργικής που κατασκεύαζαν ήταν α)  γεωργικά εργαλεία, β)  οικιακά εργαλεία, γ)  οικοδομικά εργαλεία και δ)  εργαλεία που είχαν σχέση με τις  λαϊκές τέχνες και ιδιαίτερα την υφαντική.  ΄Ετσι έφτιαχναν:  δουκάνες, άροτρα, αμάξια, ξύλινα φτυάρια για ανέμισμα, σανίδες πατώματος ή ταβανιού, πόρτες και παράθυρα, τραπέζια, σκάφες για ζύμωμα, κουποσάνιδα κλπ.

Περίφημες ήταν και οι καρέκλες, κυρίως εκείνες του τόρνου που στη θέση του καθίσματος εχρησιμοποιείτο ένα χόρτο το οποίο αφού εξηραίνετο, εμπλέκετο και δενόταν πάνω στο ξύλινο πλαίσιο του καθίσματος.

Στα κτένια της καρέκλας εγίνοντο ωραίες διακοσμήσεις. Στους αργαλειούς (βούφα για υφαντική)  γίνονταν επίσης διάφορες διακοσμήσεις.  ΄Εκαναν ακόμη και δουλάπια, μακούτζια, αδράχτια (ρόκες), ξύλινες χειρολαβές για δρεπάνια και άλλα εργαλεία.

 

Κασέλα από τη Λάπηθο. Τέλη 19ου αιώνα. Μουσείο Λαικής Τέχνης Κύπρου.

Contact our department